θα με βρείτε στη διεύθυνση:
Ευχαριστώ, Δημήτρης Δικαίος
Τουλάχιστον
Δεν βιαστήκαμε
Να διανύσουμε όλη την απόσταση
με το αίμα σταυρωμένο
στο μέτωπο
μιας άθλιας αγάπης
Τρομακτική αγγελιοφόρος
των κρεμασμένων
συνδρομητών στείρας ακινησίας
Τουλάχιστον
κυλήσαμε λίγο χώμα
πάνω στους ανοιγμένους ομφαλούς
υιοθετημένης όρασης
Νόθα βλέφαρα
αποζητούν πικρές συμπτώσεις
μέσα σε καμπούρικες λέξεις
Τουλάχιστον
Ηδονικά Ματαιωθήκαμε
στα ισχνά χέρια
ράθυμων αναγνωστών
Ανενόχλητοι περάσαμε στην αφάνεια ...
Μαρία Ροδοπούλου
Τουλάχιστον
φροντίσαμε,
δυο λαμπάδες - μετοχές
να πνίξουμε στη λίμνη.
Στο μέλλον, το προικιό θ' ανηφορίζει,
Αλλοτρίωση.
Η πύλη των υδάτων θα σφαλίσει.
Μοιραία,
η στύση των λυμάτων,
αναρριχόμενη κάκωση.
Τουλάχιστον
η δράκαινα, αόμματη,
σφυρίζει στα Λοφία.
Πορνεία λίπους
στον ύφαλο των παρατηρητών.
Μπροστά μου γονάτισε
Πολύγραφε!
Το βυθόμετρό σου
κατασκεύασα.
Γονάτισε,
θεατής άλαλος,
στη μήτρα σου.
Δημήτρης Δικαίος
υ.γ.
Προς αφανείς και μη Κηδεμόνες.
Γαλαθηνά τα δάκτυλα
που επιμένουν
Ξένης Οδύνης κόκκινες ρώγες
να τρυγούν
Ας υποθέσουμε λοιπόν..
πως
παιδικά χαμόγελα
ακόμη ξεγλιστρούν
στις σκουριασμένες κούνιες.
Ας υποθέσουμε
πως,
τις διπλανές κουρτίνες
στα επείγοντα,
δε θα τραβήξει κάποιος!
Ας υποθέσουμε
πως,
τίποτα δε συμβαίνει.
Κι εφ' όσον είμαστε νεκροί,
τίποτα δεν πεθαίνει.
Ας υποθέσουμε
πως,
εάν αλλάξει κάτι
σ' αυτόν τον 'βρωμο-χάρτη',
ευθύνεται η Γάζα
που σήμερ' αυτοκτονεί.
Ισραήλ, γιατί;
Δημήτρης Δικαίος
Υ.Γ, Τίποτα δεν είναι ανέφικτο όταν μπορείς και απολαμβάνεις τόσο
απλόχερα μια αφετηρία σχετικά καλύτερη από άλλες.. καταδικασμένες.
Ακόμη και, η 'ευτυχία'. (βλ. λωρίδα της Γάζας)
* ενότητα (δικαίως)
* ο 'γονότυπος' και η 'λωρίδα αίματος' είναι πνευματικά τέκνα
του 'Ας Υποθέσουμε' της Μαρίας Ρ. (τα τού καίσαρος τω καίσαρι)
- Ισορροπία, μέτρο,
δε δίνω ούτε μια στάλα σάλιο.
Να τους το πεις!
- Λογικέψου, δεν παίζουν με τις αξίες.
- Λογική, ορθή σκέψη,
Δε δίνω ούτε μια τρίχα της κεφαλής μου.
Να τους το πεις!
- Μα αυτά που λες, οδήγησε στο θάνατο.
- Είμαι ήδη νεκρός. Να τους το πεις!
Επαίτης
(http://stilvotis.pblogs.gr)
υ.γ. το κείμενο είναι από σχόλιο του κ. Μπ.Μαλαματένιου (Επαίτη)
στο 'εις Καρυωτάκην'. Ευχαριστώ.
Ακωκή
η φύσις του ανθρώπου.
Δυνατή,
κατάβαθη κι ακραία η ψυχή.
Το πόρισμα τ' αγέρα
ξηλώνει τις καλοσύνες τρόπου.
Θλίβομαι.
Το κέρασμα π' άγδυτο
με βαθιά αγαθοεργία προσφέρει,
ματώνει.
Άλλη νότα κι άλλα μέρη!
Αρχάριο, ξενίζει
κι άστυλο.
Κοίτα με.
Η απλοϊκή μου όψη
αισθητικά, πόσο πονά!
Υποδηλώνει το παρελθόν.
Στα χρόνια, λόγχη.
Άλλες συνήθειες, ξένες,
ακόμη πλάνες.
Παστρικές του έθνους ρίμες
έσυραν κηδεία.
Καλλονή,
με βαμμένα κόκκινα
τα νύχια των χειρών της,
γυμνή στα βράχια,
αγνάντευε η πένα.
Η εικών κεραμική.
Καλά δουλεμένη,
αποπλάνησε.
Το στήριγμα επάνω στον τροχό
ατίμαζε,
συλλάβιζε τη βαριά της σημασία.
Ξεχασμένη ακακία!
Στο απόλυτο
του ξένου των βελούδων,
μνήμη κοίτεται νεκρά.
Βυθίστηκες
και πόσο μακριά
του κόσμου των καινούργιων!
Δημήτρης Δικαίος (c)1996
Στάχτη, έχουν τα μάτια σου
μικρή μου Ιρακινή.
Και αίμα, το μαντήλι σου..
και το καντήλι.. ξύδι.
Εκείνο σου το δείλι
μοιράστηκες στο φως.
Αλλιώτικος καιρός..
αθώο μου στολίδι.
Σ' εκείνον τον παιδότοπο
που έπαιξες, μικρή..
σ' αρπάξανε σκυλιά
με θάνατο στα χείλη.
Σε ψάχνουν τα παιδιά
που παίζατε κρυφτό..
μια Νάρκη από φωτιά..
γυρεύατε στο δείλι..
Κι αγκάλιασες εκείνη..
κι Αγκάλιασες Θεό!
Δικαίος
(c) 2007
_________________
Σε λίγες μέρες στις Η.Π.Α. θα εορτάσουν την Ημέρα των Ευχαριστιών.
Ποιόν Θεό θα Αγκαλιάσουν;
Η Μέρα των Ευχαριστιών είναι επίσημη αργία στην Αμερική, που γιορτάζεται κάθε χρόνο την τελευταία Πέμπτη του Νοεμβρίου. Είναι μια μέρα περισυλλογής που φέρνει μαζί τις οικογένειες και τους φίλους για να ευχαριστήσουν το Θεό για τα αγαθά που τους παρέχει.
Στο εορταστικό μήνυμά του ο πρόεδρος Μπους, πέρσι, απέτισε φόρο τιμής στους άνδρες και τις γυναίκες των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, οι οποίοι, όπως είπε συνεχίζουν μια ευγενή παράδοση θυσιαζόμενοι για να διατηρήσουν την ελευθερία και να υπερασπισθούν την ειρήνη σε όλο τον κόσμο.
Ευχόμαστε Καλές Γιορτές στις Η.Π.Α. και ταχεία οικονομική ανάπτυξη.
Να φέρουν Ειρήνη σε όλον τον κόσμο. ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΣΤΟ ΙΡΑΚ!

- ξαναδημοσιεύεται για το λόγο που απέκτησε σάρκα & οστά πέρσι.
Για το κοριτσάκι της πρώτης φωτογραφίας
& για τη Μέρα των Ευχαριστιών.
Εσείς θα φονεύετε το Σώμα
με της λαγνείας τα σπαθιά
και εγώ θα ανασταίνομαι
πάνω στις παλλόμενες λεπίδες
εσείς θα ξεριζώνετε τα Μάτια
στο κτίριο της φθονερής Δικαιοσύνης
και εγώ θα είμαι η Τυφλή
πάνω στην δίγνωμη ζυγαριά σας
εσείς θα ζυμώνετε το Μέλλον
με τις δολερές απαντήσεις
και εγώ θα είμαι η Πρόταση
πάνω στην Αναίρεση του Ψεύδους
εσείς θα φυλακίζετε την Ύπαρξη
στην Χώρα του Εν τω Μεταξύ
και εγώ θα είμαι η Νόμιμη Εσταυρωμένη
στον λόφο των Παθών σας.
εμπρός λοιπόν,
την πλάτη Ξεγυμνώνω,
και ηδονικά Προσδοκώ
τα ματωμένα Δηνάρια σας.
Μαρία Ροδοπούλου
γιατί αλήτρες σκέψεις
κυβερνάσθε από μανουάλια
καρφωμένα στο ταβάνι;
η σάρκα της δε φτάνει
λεία να θεωρηθεί;
γιατί σε κάθε της στασίδι
ο καθημερινός γκρεμός σας
με τις ακαθαρσίες του,
μολύνει ευγονικές ημέρες;
Αγιογράφητη η πλευρά
του ύποπτου κορμού σας,
αρεστή στην υγρασία
της συμπαντικής γάγγραινας.
Η βλάστη του αναίτιου
στυλού σας
δε σας υποψιάζει..
στείρα διαχρονική;
Προσεκτικά ακούστε..
αδιάπτωτοι συνδικαλιστές με τα φθηνά,
περιουσία με σήψη...
εκείνα πια τα ύψη
προ του τέλους, θα εύχεστε!
Δημήτρης Δικαίος
Μ' εκείνες
τις επόμενες κηδείες
ένα πράμα!
Μυριάδες "ζωντανοί" θα παραστούν
να πενθήσουν
τις κουτσουλιές των περιστεριών.
Ευρύς υποκειμενισμός
και δείκτης νόθας νοημοσύνης
- η σαρκική εμβέλεια -
«στοίχισε» η αφέλεια και ο ανθρωπισμός μου,
εκείνες τις περίοπτες
ξενοίκιαστες σουίτες των «πληγέντων»
από Θεία Χάρη.
ω Κύριε,
Υποκρίνομαι ή Υποκλίνομαι,
μπροστά Σου;
(για να ξέρω..)
Δικαίοc
αφιερωμένο στην κα Ροδοπούλου.
- αγαπημένη φίλη & συλλειτουργό -

Μελάνια λέρωσαν χαρτιά για κάθε φυλλαράκι
και βρόχι, πέρασ' απ' εκεί τη στάλα στην ψυχή σου.
Μα δε γυρεύω, Κόρη μου, του φύλλου σου το δάκρυ
π' αδήωτο, αρμονικό στη χώρα του εμμένει..
τη γη που το' θρεψε καλώ, εκούσα με μια χάρη,
να μου κρατήσει μια γωνιά, στο σώμα σου, παρέα.
Δημήτρηc Δικαίοc
και γέλασες Μαρία.
Μα άραγε γιατί;
Δυό κόρες στάμνες,
το νου σου πήραν!
*
Δοξάζει τον καλό σας,
αθάνατ' η σιωπή,
στο καταφύγιό σας.
Γιορτή και, μόνο γω,
το κάστρο το μεγάλο..
*
Και έγειρες θλιμμένη.
Πλατιές οι γόβες σου,
βαριά καλοπισμένη.
Της ποίησής σου έρμος
μένει ο τοίχος. Γράφω..
*
Τους έρωτες, συντρίμμια
που καταγής θυμάμαι,
θα πήρε η ασχήμια.
Ολόγυρα θανάτων,
στρατιωτάκια τόσα!
*
Ωραία μου μικρή,
(ο παρατηρητής σου)
στο πρώτο σου φιλί,
κλεισμένο πόσα χρόνια
το φθινοπωρινό,
*
το γέλιο του ιππότη!
Ψυχρά και τα μαντήλια
που τύλιξαν την πόλη.
Που μάχη δεν υπήρξε.
Η άρνησή σου να' ταν,
*
απλώς του φιλικού,
παιδεία του Σεπτέμβρη.
Σα δράμα ποιητού.
Μιας μαριονέτας πως
το πρόσωπο να κλαίει!
*
Αφηρημένη πόσο,
κοιμάσαι, πολιτεία!
Μανία να οργώσω
δυό σκέψεις μακρινές.
Την άρνηση - αγάπη.
*
Ανέντιμο το χρίσμα,
το μοιρασμένο φως.
Της κύησης το πείσμα
αλλάζει με το χάδι,
τα μάτια π' αγαπώ!
Δικαίοc
1996
αφιερωμένο στη Μαρία Νικολάου
μια Ψυχή άτακτη..

Ένα ποτάμι καθαρής βροχής,
στάλα τη στάλα, απέρριψε
το νοικοκυρεμένο σώμα.
Φιλοξενεί το στόμα,
απόστημα ειρήνης.
Ήσυχα τ' ακούω.
Πλύμα ανούσιων επιλογών
σήκωσε κακοσμία όση
η ανέχεια συνηγορεί
στα όρια να τεντωθεί
η δουλοπρέπειά της.
*
Το αναντίρρητο, συλλάβισα,
Εγώ -πιθαμή προς πιθαμή-
μη και, κάποιο μου τελώνιο
υφέσιμο και λόγιο,
ρομαντικά με «σπάσει».
Προύμυτα φυλάω.
Το ανυπόδητο βρομόπαιδο
περιχρίω, με σκελετώδη
επιθυμία διαφυγής.
Αυθορμησία, συλλογής
κακών λυμάτων.
Δημήτρηc Δικαίοc

- Να τον 'ξεκάνουμε', τι λες;
- Έλα κοντά μου, δε σ' ακούω.
- Δεν είν' εφτάψυχος, μ' ακούς;
«Θάλασσα, είδα, στο λαιμό,
πλημμυρισμένα σπλάχνα.
Τα μάτια του ανάποδα
κοιτάζουν το βυθό.
Λευκά παρτάλια!»
- Μα είσαι σίγουρη;
- Ναι, σου λέω!
- Τώρα;
- Αν όχι τώρα, πότε;
η χαριστική βολή
που περιμέναμε!
- Που περίμενες.
- Που περιμέναμε!
- Γιατί εμείς;
- Εμάς αδίκησε, ξεχνάς;
Κοίτα που βρίσκεσαι;
Γιατί να 'λείπει';
Δικαίοc

Γιατ' είμ' εδώ και περιμένω;
Αναρωτήθηκες γιατί;
Δυό κυβικά ζωής, σου παζαρεύω!
Πουλί νεκρό, παλιά μαστίγωσα!
Μα έχω αλλάξει!
Έχω τα νύχια μου 'ξεχάσει', στα σκυλιά.
Θα μου ανοίξεις;
εε σπουργίτι!
Δικαίοc

Να με τιμήσεις.
Το δεκανίκι σου φλερτάρω
να σωθώ.
Είμαι πικρός από μικρός..
είμαι μεγάλος.
Θα συνεισφέρεις να λυθώ;
Ν' απαλλαγώ απ' την οργή
που' χω ντυθεί;
Να γίνω κλάδος μιας ζωής
που δε θρηνεί..
και δεν ανέχεται ξυλιές
στα γόνατά της.
Πολέμησέ με.
Έτσι νικιέμαι μ' ένα χάδι!
Δεν είμαι λάδι..
μη γελαστείς!
Θα βυθιστείς στη θάλασσά μου
να με νιώσεις.
Εάν βραχείς, εάν κρυώσεις..
ίσως με πάρεις από δω
και με ζεστάνεις.
Μα θα με χάσεις..
σα δω του ήλιου τη φωτιά
θ' ακολουθήσω!
Να μου μιλάς.
Συχνά πια, τρέμω στη σιωπή
σαν τους ακούω .. Φοβάμαι εκεί!
Έχω διέξοδο μικρή.. βλέπω κενό!
Έχω μια λύση ..
ν' αφεθώ και να ματώσω.
Να σπάσω όλα τα κελιά
με το κεφάλι!
Και σα βρεθώ στις ύαινες από την άλλη,
σα μ' έχουν πίσω τους, βουβό και ξοφλημένο..
το θυμωμένο μου παιδί
να θυσιάσω..
Κατάλαβέ με.
Όσες φορές παραφρονώ,
γίνομαι λάσπη.
Ψάχνω έναν κήπο να χωθώ,
ζητάω χώρο.
Θα κρεμαστώ κάποια στιγμή
για λίγο ντόρο.
Να πάρει η βλάστη μου μια θέση!
Σ' ένα σταλίκι της ΔΕΗ, περικοκλάδα..
θα πλαταγίζω να με βρεις..
να με προσέξεις...
Δημήτρηc Δικαίοc
Ξεφύλλισμα που έκαμ' ο καμπούρης!
Συννέφιασε μα
στάλα δε θα συναντήσει
στην ύπαιθρο σαν κρύβει
τ'αμορφο θρονί
.
Με καμπούρα γειωμένη..
χαράσσει ευθεία.
.
Σφουγγάρι βλάσφημο
πίσω αφήνει
.
και ξεμακραίνει...
.
με το' να πόδι στη φωτιά,
τι περιμένει;
Αλλοιωμένη τριγυρίζει αποστροφή.
.
φτύνει το σχήμα του ξανά
έχει στο σάλιο του, ευχή
από μια εξίσωση εξαγνισμού
δοκιμασμένη.
Μα το αγκάθι του,
στην ύπνωση, ξυπνά...
.
για πού πηγαίνεις, Σατανά;
Έχεις πισθάγκωνα το νήμα μου,
ξεχάσει.
.
μα ξεμακραίνει..
.
Έχει το δάκρυ του Θεού
να προσδοκά!
Προετοιμάζει το λευκό,
καθημερινά.
Έχει στους άρρωστους ιστούς,
απεργοσπάστη.
.
και περιμένει...
.
ώσπου σ' Εκείνον
αμαγάριστος να φθάσει!
.
Αλήθεια,
για τι θα μετανοήσει;
Δημήτρηc Δικαίοc
_____________________________
υ.γ.
Σε όσους γύρεψαν από μια νηστεία
Να εξιλεωθούν
Αφού πρώτα προετοίμασαν
Τη σοδειά του κακού
(Δικαίος)
υ.γ.2
Οι μετάνοιες περιττεύουν
οταν ο θερισμός εχει τελέψει,
το ροζάρι που κρατάς
μες στο αίμα έχει θεριέψει.
(Maria R.)

Παρατήρησε τους ανθρώπους.
Γέρασες κιόλας.
Είσαι από ώρας
θεατός από τους λόφους.
Βύθισε το σώμα σου το βράδυ,
λόγιε κηφήνα.
Νοίκιασε μνήμα..
να μη μολύνεις το λιβάδι.
Φρόντισε τον ύπνο σου καλά.
Μια κουκουβάγια..
γυμνή σοράγια..
Σκορπάει όνειρα φρικτά.
Άνοιξε το βήμα σου κοχλία..
έφθασες κιόλας.
Είσαι από ώρας
αρεστός στην υγρασία.
Προικισμένη μου ξυλοκαϊνη
έχεις μου τόση
ζωή νεκρώσει
που το υπόλοιπό μου εκκρίνει..
βιαστική κι απροετοίμαστη
αυτοκτονία..
Μα απ' τη μία,
θα αφόριζαν μια ασίγαστη
επιθυμητή ελευθερία
που θα ομοίαζε
μ' ατύχημα;
Δικαίοc

Γυμνός σε άδειο δώμα,
αιωρούμαι στο κενό -
ξεγελώ το βυθό μου
τάζοντάς του λύσεις απ' την επιφάνεια..
Ανασηκώνομαι στη μία μου πλευρά,
προδίδω τα στενά του Εγώ.
Θέληση πύρινη,
το Πι που κλείδωσε κάποτε το σώμα..
ξαναγυρνά σ' εκείνα τα κορμιά που..
γερά κι ανελέητα μαχαίρια ήσαν
πάνω στις εύθραυστες γραμμές μου.
Μα το κελί..
στολίζει το μυαλό μου και όχι την καρδιά
που σήμερα βημάτισε διπλή αντίθεση
και σκιαγράφησε επιθυμίες τόσες..
όσες οι νύχτες που πέρασαν
μέχρι να' ρθεις..
Δημήτρηc Δικαίοc
Δε θα μπορούσες να μην έρθεις.
Στις κόψεις του κορμιού μου
κόκκινος διαβήτης.
Σσσσς..
Το ξέρω..
Στην υγρή ματιά μου ηθελημένα θα πνιγείς.
Στο νοτισμένο σώμα θα παραδοθείς,
μαχαίρι άλικο στα στήθια μου θα βυθίσεις.
Δε θα μπορούσες να μην έρθεις.
Των βημάτων σου ο μόνος προορισμός
Τα Πορφυρά μου Θέλω.
Μαρία Ροδοπούλου

Τώρα πια βουβαθήκαμε, δε λέω.
Εποχές με σπέρμα θρασύ μας πνίξαν.
Μας έδεσαν σφιχτά, μας λεηλάτησαν.
Έρμαιο κλαίω.
Τώρα κει θα δεις, θα ξεπροβάλλει,
θα χαιρετά χαρούμενη η σκιά της.
Της διθεϊας δύναμη μεγάλη.
Αρχίζει η πάλη.
Λέξεις της κενής απλότητάς σου
και στιγμές καλλιλογίας, γλαφυρές.
Στη μετέπειτα ζωή, λεύκες πολλές.
Τρέχεις. Στάσου!
Χτύπος πόρτας. Να το φως και, γείρε!
Η ελπίς μας οδηγεί δογματική.
Μια σκηνή μ' ένα λουλούδι στοργική.
Κλέψου ήλιε.
Ποια βιασύνη; Ποιος οχτρός μας τριγυρίζει;
Πάλε θα' ρθουν ζοφερών πουλιών γινάτια.
Είθε να' ρθουν να γιομίσουν τα παλάτια!
Μη σ' οργίζει.
Θάρρος κι η γιορτή θα με προσμένει.
Κρίκος, που θα δέσει σαν πεθάνω.
Ποια βιασύνη με εσώριασε Αρμάνδο;
Ποια με γέρνει;
Ξάφνου τρίκλισε χλωμός, με είδε.
Στράφηκε σ' Αυτόν με λυγμούς πολλούς.
Βίαιη οργή στους μικρούς θνητούς,
Του είπε.
Ω μητέρα των ψυχών γενναία μου!
Ο αιθέρας με ραπίζει γειτονιά μου.
Έλα Κλήρε, διώξ' τον ποιητή μακρά μου.
Έλα αγέρα μου.
Βρώμιο το χνώτο του. Λιτό γυρίζει
και με δροσίζει. Σα βροχούλα τρυφερή
μία φωνούλα απελέκητη κι ισχνή
μου ψιθυρίζει..
Βροντή ο γνώρος μου. Για δες, λυγίζω.
Το ύφος μου θα ξαγρυπνά. Θα τρέξεις.
Ζωή ή θάνατο θνητέ διαλέξεις,
νεκρός θα φύγω!
Αθέρα μου στην πένα σου κρατήσου
και σ΄ άλλα ύδατα μην εισχωρείς καλέ μου.
Πως ο Αρμάνδο, σε ενίκησε υιέ μου,
θυμήσου..
Η σαλεμένη άρπα θα ηχήσει.
Σαν ο Θεός ο αρμοστής καλέσει
μία ψυχή να του δοθεί στη μέση,
θα δύσει.
Δημήτρηc Δικαίοc
_____________________________________
Αφιερωμένο σε εκείνους που δεν απουσίασαν από τις
τελευταίες ώρες ενός πολυαγαπημένου τους προσώπου.
Σε όσους 'πάγωσαν' για να ακούσουν τις τελευταίες των, λέξεις.

Είναι που ξέχασα..
να φθάσω κύμα στην ακτή
και να ματώσω!
Τις μέρες μου ν' απλώσω
στα σκαλιά της γης.
Με βάρυναν τ' αντίτιμα,
οι πληρωμές..
εφ' όσον..
πληρώ προϋποθέσεις
και μόνον έτσι..
δικαιούμαι να πατήσω
τις θαλάσσιες γραμμές τους.
Πόσο με κούρασαν
οι πλεύσεις..
στις ξέρες θα φωλιάσω
να αποτεφρωθώ..
αέρας να τους φθάσω..
καρκινογόνος σκόνη..
θηλιά για το Μαρκόνη
τον εκμεταλλευτή..
(το γέρικό μου αυτί
ξεγέλασε ο αχρείος)
Θανάσιμό μου λάθος,
που νόμισα οάσεις..
τα σηπτικά ταξίδια.
Δυό μέτρα απ' την ακτή
σε γη περιορισμένη
θα περιμένω οχιά,
να στάξω στις πλευρές τους
τη στεριανή κακία..
αιώνια ουσία
ακριβή
κι αλάνθαστη χίμαιρα.
Δημήτρηc Δικαίοc
χτίζεις όσα σώματα
σε 'βρήκανε' από παιδί,
σ' οριζόντιο τοιχίο.
από το πρώτο σου θρανίο
χάρασσες διαδρομές.
Ως και σήμερα.. χαράσσεις!
και τώρα απολαμβάνεις..
το προτείχισμα
του εαυτού σου
οικοδομημένο με σαρκία.
Εμβόλισες
σακιά συναντημένα..
το' να, στ' άλλο, απάνω
προσέθεσες..
άδειασες ψυχή
από τη Σπάρτη!
Δημήτρης Δικαίος


Μοιάζεις με ωκεανό
κλειστή καρδιά
πολύτιμε λίθε.
Σε πλαγιά τρανού κύματος..
η μορφή σου ασύρματος.
Κλειδωμένη,
πληγές χρεώθηκες άλλων..
Θυμωμένες ζωές΄..
αδυνάτων σινιάλων!
Έγειρες χθες
και ησύχασες βράδυ..
λίγες ώρες στη νύκτα.
Η αγκάλη σου Φάρος
κι ένα ανείπωτο θάρρος..
Οι χιλιάδες στιγμές..
κατάλυμα βρήκαν
σε δυό χέρια ανοικτά..
που σαν άξονες ήσαν!
Ήρεμη θάλασσα
καρδιά μαύρη χώρα..
πανσέληνος σ' είδε.
Πλωτό μου σώμα, υγρό παλάτι..
στο φως του φεγγαριού, χρυσάφι..
που κρατάς αξίες μύριες,
βασιλικές και νόθες..
Ορισμένη μου πατρίδα
από δηλητηριώδεις όχθες!
Δημήτρηc Δικαίοc

Στάθηκα
εντεταλμένη αίσθηση στα ζυγωματικά σου
Θεώρησα μειλίχια τις έξοχες καμπύλες σου
χώρεσα..
στο εύγονό σου σήμερα..
το στείρο μου άλλοτε.
Για σένα αγάπη μου
παλινωδώ και.. θάλλω..
στρωμνή έρωτος..
ομότυπη της κρύπτης σου!
Δικαίοc
Κλεισμένη σ' ένα όνειρο οχυρό,
μονάκριβη, χρυσή και αλώβητη ουσία.
Ψυχή μου ανηφόρισες ορθία
με πίστη ορατή στον ουρανό.
Μονόλογος τριγύριζες πικρός.
Στρατιές απωθημένων ακριβή μου,
των σπλάχνων σου αμέριστες ζωή μου..
Κυνήγησε μια ώρα.. λίγο φως!
Το πώς και το γιατί, Θεός ακόμη,
κρατάει επτασφράγιστη σιγή,
η λύση μίας ύπαρξης στη γη
κι η γέννηση μιας άλλης απ' τη σκόνη.
Ανθάκι μου ξεπέρασες τον ήλιο!
Ησύχασε στο φως ενός παιδιού
και άφησε εκείνα του ουρανού...
τα ξένα.. γι' άλλο δίκιο!
Κρίνα στο όνειρο, γλυκές ευχές..
Καρδιάς πολύτιμα, ανθηρά τοπία
τ' αστέρι σου στολίσαν Ουρανία
σαν έλαμψε και φώτισε σκιές..
Δικαίοc
____________________
στη μνήμη της φίλης
Ουρανίας Δαβάκη,
φιλολόγου, ετών 32.

Μη μου στερήσεις
και μην πιεις
απ' το νερό το κρύο..
του Δεκεμβρίου μύρο
και βάλσαμο ψυχής.
Και μην κακιώσεις
στη βροχή
και στο φθηνό χαλάζι.
Στο σώμα μου ταιριάζει..
χειμώνα να πλυθεί
και ν' απλωθεί το χιόνι.
Ψηλά στα έλατα, γυμνός..
θα' μαι, πιστεύω, αρκετός..
λευκοντυμένος κλάδος!
Δικαίοc
Τες μέρες των καιρών
δεν τες διαλέγω.
Μα σα θα ρθουν,
καλώς να ρθουν, αγέρα!
Κι αν τες πληγές
που μ' έζωσαν λατρεύω,
είναι γιατί, αχόρταγος
βουλεύομαι, μέρα με την ημέρα.
Καλώς να κάμνουνε σπαθιά
κι αγκάθια ξιφολόγχες.
Και να ζυγούν εις την καρδιάν
το κρίμα και οι βδέλλες.
Κι ως απαρθένευτος, να διώ
τες άπειρες στρατιές,
να λέγω, Χάρε είμαι γώ
που δόξασα πληγές.
Και έλα, γείρε έκτοτε
να με ξαναστοχεύσεις.
Θα' ναι η αγκάλη μου φαρδιά
ν' αντέξει το θυμό σου.
Μα, σα γυρέψεις άλλονε
να βασανοπαιδεύσεις,
γω θ' αποθάνω άμοιρος,
γδυτός.. χωρίς παιδείαν!
Για σα σκυφτός κατήντησα,
με πόνο θε να τρέφω!
Και το φαγί και το πιοτό
θα χάσω σα θα φύεις..
Στέριο κορμί, δικαίωμα
δε θα' χει, να πενθεί
μηδέ σκυλί θα ξενυχτά
την άδικη κατάντια..
Παρθένα που' χει βυζαχθεί
από παρθένα μάνα,
δίχως ζωή στων βασάνων
την ανοιχτή την πόλιν,
θα μείνει άτεκνη.
Ντροπή.. για των δετών καιρών σου!
Και η ψυχή μου άμεμπτη,
ρηχή και στερημένη..
θα σταυρωθεί μ' έναν καημό..
Πως έχασεν τες μέρες!
Τες μέρες των γδαρτών καιρών
και των πικρών λυγμών σου.
Δικαίοc
Υ.Γ. Κοριτσάκι μου.. ποίησή μου, να δω σε μέσα μου.. ψυχή μου!
Είπαν, ότι Θεού δεν είμαστε παιδιά
και πως, ο άνθρωπος εποίησεν Εκείνον.
Ότι ανέγειρε θρησκευτικά κελιά
και πως, η τέχνη του Θεού.. είναι τ' ανθρώπου!
~
Είπαν, πόρνη την άνοιξη, τη νύφη τ' ουρανού
και πως, αν έτυχε κι ανθίζουν οι αγροί..
τέχνη των λόφων είναι.. κι όχι του Θεού!
Αίμα θνητών κοσμεί τις παπαρούνες.
~
Είδα, στιγμές ανθρώπων να οργώνουν τη ζωή.
Στα ξερατά τους όμως, το χριστιανικό τους λάδι!
Ίσως, δακρύσουν πάλι σε μια βάπτιση, αγνοί..
Ίσως στα τέσσερα επιστρέψουν στο σκοτάδι!
~
Είδα, να χρίζει λήσταρχους το κέρμα των φτωχών
και δανειστές&και ναυπηγούς ομήρων!
Να σβήνει βράδυ, της αυγής, το δι' ευχών..
Να γίνεται όσκαρ, της Μαγδαληνής το χάδι!
~
Μια στάλα, είδα, ουρανό στ' άγιο καντήλι!
Από παιδί, έχω στην πλάτη μου στεριά..
Κι ενώ γνωρίζω, μία θάλασσα, ψηλά..
Είπαν.. νηστεύουμε Θεό και όχι, ύλη!
Δικαίοc
Τα κέρματα εγυάλισαν την καρδιά ενός μικρού.
Όταν θα γίνεις άνδρας, είπανε, θα τα λατρεύσεις.
Και ποτέ να μην κεράσεις φίλο ή γνωστό
μήτε η μάνα σου να δει στο χέρι σου συμπόνια
μήτε κι ο άγιος, νερό - σταγόνα μη σου πάρει
γιατί ο κέρινος οχτρός σ' εκλιπαρεί σα φίλος!
Όταν θα γίνεις άνδρας, είπανε, οι συγγενείς του γύρα.
Τα κέρματα αποκόμισις, κληρονομιά σου θα' ναι
απ' τους γονιούς που μάζευαν σιγά σιγά τη λίρα.
Κι εδραίωσις του κύρους σου, οι πατημένες σάρκες.
Τα πλούτη σου χρυσαφικά, σμαράγδια και ρουμπίνια.
Στο προσκεφάλι σου σιμά, της ζήλειας παραστάτες!
Επίσημα τον έχρισαν της τάξης κληρονόμο.
Η χρίσις τον εβάραινε γιατί καρπός υπήρξεν
απ'τον ιδρώτα των πτωχών και εξαθλιωμένων,
από τη δούλεψη γυμνών, οίκοθεν κατωτέρων.
Τις οίδε που κηδεύθησαν, ποιο χώμα τους πλακώνει!
Μακρά η μνήμη των, βουβή. Τις οίδε αν θυμώνει!
Χρυσηλασίαν ήρχισεν στην πλουτοφόρον κάσαν.
Το σκάλισμα ανεκτίμητο και ο μικρός κοιτάει
ψυχρά τη μοίρα που σιμά το σέρνει, το βαπτίζει
εις τα νερά που συγκροτούν και συντηρούν την κάστα.
Απλώνει τα χεράκια του, το θώρι του υψώνει
κι οι πανταχού δειλόψυχες ζωές.. σκιές ακόμη.
- Δικαίοc -

Μια ιστορία θα σας πω
απ' τη σιωπή.
Ποίημα
θυμάμαι στο σχολειό
δεν είχα πει.
~
Ντροπή που μ' έπιανε!
Με φόβιζε ο στίχος!
Ένιωθα ξένος στις γιορτές που όπλιζε..
Χειροκροτούσα τις στροφές,
το ύφος.
~
Τι ευτυχία..
για μια ποίηση μεγάλη,
να μην την ξέρεις!
Δίχως λατρεία..
έχεις αίσθηση πως άλλη
ζωή διαλέγεις...
~
Πως ταξιδεύεις..
και μιλάς στον άνθρωπό σου..
Μιλάς σε σένα και αρκεί.
Μεταμορφώνεται σε γρίφο το ποιόν σου.
Μιλάς στο λίγο..
και πολύ.
Αναπολώ τις βραδιές της ηρεμίας μου.
Εχθές σα νύχτωσεν, εκοιμήθη σ'αγκαλιά
ζεστή. Απαλή φύση, απαλό χάδι.
Κλεισμένος τώρα πια στο παρελθόν, θυμούμαι,
νηφάλιος τα λάθη, που σαν λάδι με άλειψαν!
Τι άρωμα! Τι γεύσις! Μυρωδιά πια ισχυρή
με έλουσεν ολόσωμα. Τι δίψαν!
Πρόσωπο που βάσταξαν σταθερό τα ματάκια μου.
Ακούνητο, αλύγιστο. Μια ομορφιά μεγαλείο.
Σώμα λεπτό που ζύγισεν τις πράξεις μου,
μ' έφερε γύρα. Ζαλισμένος τώρα, σφίγγω
τας χείρας μου π' ακούμπησαν το λουλούδι.
Τον ανθό, που άνοιξεν εμπρός μου διάπλατος
και με πλημμύρισεν στοργή. Φιλήδονη πνοή.
Βράχος τριμμένος και χαρά. Χαρά μεγάλη.
Ευτυχία
Στο γκρεμό τους φώλιασε.
Απαρτία
Τα φλεγόμενα ξερά.
Συγχορδία
Τα επόμενα σκαλιά κι οι ανθοστήλες.
Πελατεία
Σπέρμα θρασύ. Λούτρινοι γιοι. Κόρες λεκάνες.
Αμαρτία
Νομική, Ερατώ και Λαμπρινή.
Ενορία
Καλλιμάρμαρο και θειάφι. Μάλλον θειάφι!
Απουσία
Του ουράνιου παράλληλου ψαλμού.
Κοινωνία
Κατακόρυφος Θεός του μυελού.
κοινωνία
Κατακόρυφου, βιτρώ, μηχανισμού.
Ησυχία.
Δημήτρης Δικαίος